ξυπνάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξυπνάω

  • ksiˈpna.o

Where it comes from

ξυπνάω < ξυπν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξυπνῶ < ἐξυπνῶ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐξυπνῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξυπνόω < ἔξυπνος < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος

verb ξυπνάω · ξυπνώ · ξύπνησα · ξυπνημένος

  1. transitive, μεταβατικό διακόπτω τον ύπνο κάποιου θα ξυπνήσεις το μωρό με τις φωνές σου
  2. intransitive, αμετάβατο σταματώ να κοιμάμαι αύριο θα ξυπνήσω νωρίς - ξυπνάω κάθε πρωί στις επτά
  3. figuratively, transitive, μεταφορικά, μεταβατικό αφυπνίζω κάποιον που ζει με ψευδαισθήσεις, σε μια ονειρική πραγματικότητα ή είναι αδρανής
  4. figuratively, intransitive, μεταφορικά, αμετάβατο σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι ξύπνα επιτέλους, η ζωή αλλάζει

Similar: αγνεφίζω

Thesaurus

verb

Similar: αγνεφίζω

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξυπνάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξυπνάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%AC%CF%89

Chicago

"ξυπνάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξυπνάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}