ξυπνητός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξυπνητός¹

Where it comes from

ξυπνητός < ξυπνώ + -τός

adjective ξυπνητός · ξυπνητή · ξυπνητό · ξυπνητού · ξυπνητής

  1. που έχει ξυπνήσει ※ Η γριά δεν ήξερες πότε κοιμάται και πότε είναι ξυπνητή. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)
  2. που δεν έχει κοιμηθεί
  3. dated, παρωχημένο έξυπνος Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Similar: ξύπνιος

Ξυπνητός²

Where it comes from

Ξυπνητός < ξυπνητός

proper noun Ξυπνητός · Ξυπνητοί · Ξυπνητού · Ξυπνητών · Ξυπνητό · Ξυπνητούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: ξύπνιος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξυπνητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξυπνητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"ξυπνητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξυπνητός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}