ξυπνητός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξυπνητός¹
Where it comes from
ξυπνητός < ξυπνώ + -τός
adjective ξυπνητός · ξυπνητή · ξυπνητό · ξυπνητού · ξυπνητής
- που έχει ξυπνήσει ※ Η γριά δεν ήξερες πότε κοιμάται και πότε είναι ξυπνητή. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)
- που δεν έχει κοιμηθεί
- έξυπνος Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)
Similar: ξύπνιος
Ξυπνητός²
Where it comes from
Ξυπνητός < ξυπνητός
proper noun Ξυπνητός · Ξυπνητοί · Ξυπνητού · Ξυπνητών · Ξυπνητό · Ξυπνητούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: ξύπνιος
Talk about this word "ξυπνητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξυπνητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82 "ξυπνητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξυπνητός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%85%CF%80%CE%BD%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}