ξύπνημα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξύπνημα

Where it comes from

ξύπνημα < ξυπνώ + -μα < μεσαιωνική ελληνική ξυπνῶ < (ελληνιστική κοινή) / ἐξυπνῶ < ἔξυπνος < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος

noun ξύπνημα · ξυπνήματα · ξυπνήματος · ξυπνημάτων

  1. το αποτέλεσμα τού ξυπνώ, η έξοδος από την κατάσταση του ύπνου Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης δείχνουν ότι το (πολύ) πρωινό ξύπνημα έχει ευεργετικές συνέπειες στον οργανισμό. (*)

    Similar: αφύπνιση, έγερση

  2. broadly, κατ’ επέκταση η έξοδος από μια κατάσταση ηρεμίας, απραξίας, αχρηστίας, παραμέλησης ή εγκατάλειψης Το μελωδικό ξύπνημα του αρχαίου θεάτρου της Μεσσήνης (*)
  3. figuratively, μεταφορικά η «αφύπνιση» και η συνειδητοποίηση μιας κατάστασης στον ψυχικό, διανοητικό ή ερωτικό τομέα Τον έχει εντυπωσιάσει το γεγονός ότι «ενώ αντικείμενο του έργου είναι το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, κι ενώ μ' αυτό ασχολούνται συνέχεια τα παιδιά, η λέξη «αγάπη» είναι ανύπαρκτη! (*)

Similar: ξυπνημός

Thesaurus

noun

Similar: ξυπνημός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξύπνημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξύπνημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ξύπνημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξύπνημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}