ξύπνημα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξύπνημα
Where it comes from
ξύπνημα < ξυπνώ + -μα < μεσαιωνική ελληνική ξυπνῶ < (ελληνιστική κοινή) / ἐξυπνῶ < ἔξυπνος < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος
noun ξύπνημα · ξυπνήματα · ξυπνήματος · ξυπνημάτων
- το αποτέλεσμα τού ξυπνώ, η έξοδος από την κατάσταση του ύπνου Τα ευρήματα μιας νέας μελέτης δείχνουν ότι το (πολύ) πρωινό ξύπνημα έχει ευεργετικές συνέπειες στον οργανισμό. (*)
- η έξοδος από μια κατάσταση ηρεμίας, απραξίας, αχρηστίας, παραμέλησης ή εγκατάλειψης Το μελωδικό ξύπνημα του αρχαίου θεάτρου της Μεσσήνης (*)
- η «αφύπνιση» και η συνειδητοποίηση μιας κατάστασης στον ψυχικό, διανοητικό ή ερωτικό τομέα Τον έχει εντυπωσιάσει το γεγονός ότι «ενώ αντικείμενο του έργου είναι το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, κι ενώ μ' αυτό ασχολούνται συνέχεια τα παιδιά, η λέξη «αγάπη» είναι ανύπαρκτη! (*)
Similar: ξυπνημός
Thesaurus
noun
Similar: ξυπνημός
In English
- awakening the act of awaking
Talk about this word "ξύπνημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ξύπνημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "ξύπνημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξύπνημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}