οδηγώ

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

οδηγώ

  • o.ðiˈɣo

De unde vine

οδηγώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁδηγῶ, συνηρημένος τύπος του ὁδηγέω < ὁδηγός

:* για τις σύγχρονες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conduire, guider

:* για τη σημασία «προπορεύομαι» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική lead

verb οδηγώ · οδηγάω · οδήγησα · οδηγούμαι · οδηγήθηκα · οδηγημένος

  1. χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα από τότε που ήταν μικρός ονειρευόταν να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα
  2. δείχνω το δρόμο σε κάποιον τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού
  3. υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον με το λόγο και τα έργα του οδηγούσε τους νεώτερους στην αρετή
  4. χρησιμεύω σαν ένδειξη για να βρει κάποιος κάτι τα αποτυπώματα οδήγησαν στο δράστη
  5. κάνω κάποιον να πράξει κάτι συγκεκριμένο ο χωρισμός τον οδήγησε στην τρέλα
  6. καταλήγω κάπου το μονοπάτι οδηγεί σε ένα μεγάλο ξέφωτο
  7. έχω ως αποτέλεσμα οι μειωμένες βροχοπτώσεις οδηγούν στη λειψυδρία

În engleză

  • lead guide or conduct with the hand, or by means of some physical contact connection
  • drive to operate (a wheeled motorized vehicle)
  • guide to serve as a guide person

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"οδηγώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οδηγώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CF%8E

Chicago

"οδηγώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οδηγώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}