οδοντικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οδοντικός

  • o.ðon.diˈkos

Where it comes from

οδοντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀδοντικός

adjective οδοντικός · οδοντική · οδοντικό · οδοντικού · οδοντικής

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στα δόντια οδοντικό νήμα
  2. γλωσσολογία το σύμφωνο που παράγεται με την επαφή της γλώσσας πάνω στα δόντια ※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Κ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"οδοντικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οδοντικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"οδοντικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οδοντικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}