οδόμετρο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οδόμετρο
- oˈðo.me.tro
Where it comes from
οδόμετρο < ελληνιστική κοινή ὁδόμετρον < αρχαία ελληνική ὁδός + μέτρον, λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική odomètre ή από την αγγλική odometer / hodometer ). Μορφολογικά αναλύεται σε οδό- + -μετρο.
noun οδόμετρο · οδόμετρα · οδόμετρου · οδομέτρου · οδόμετρων · οδομέτρων
- συσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα ※ Το οδόμετρο (3ος αι. π.Χ.), ο πρώτος χιλιομετρητής της ιστορίας. Πρόκειται για μηχανισμό που χρησιμοποιούνταν για την ακριβή μέτρηση οδικών αποστάσεων. Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Περί Διόπτρας) αποτελούνταν από ένα κιβώτιο με συμπλεκόμενους ατέρμονες κοχλίες και οδοντωτούς τροχούς προσαρ
-
ο χιλιομετροδείκτης
Similar: κοντέρ
In English
- odometer instrument in a vehicle
Talk about this word "οδόμετρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. οδόμετρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF "οδόμετρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οδόμετρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}