οικειοθελώς
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
οικειοθελώς
Από πού έρχεται
οικειοθελώς < μεσαιωνική ελληνική οικειοθελώς < οικειοθελής
επίρρημα οικειοθελώς
- με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση αποχώρησε οικειοθελώς από την ηγεσία του κόμματος
Παρόμοιες: εκούσια, εκουσίως, εθελοντικά
Συνώνυμα και αντώνυμα
επίρρημα
Παρόμοιες: εκούσια, εκουσίως, εθελοντικά
Στα αγγλικά
- readily showing readiness
Συζήτησε αυτή τη λέξη "οικειοθελώς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οικειοθελώς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%82 "οικειοθελώς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {οικειοθελώς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}