οικιακά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οικιακά

  • i.ci.a.ˈka

Where it comes from

οικιακά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου οικιακός

noun οικιακά · οικιακών

  1. επάγγελμα οι δουλειές του σπιτιού στο σύνολό τους. Η λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει την κύρια ενασχόληση κάποιου. ※ Γαλλική εφημερίδα αναφέρει ότι η σύζυγος του υποψηφίου της συντηρητικής παράταξης, αν και δηλώνει πως ασχολείται με τα οικιακά, φέρεται να πληρώθηκε 500.000 ευρώ για τις υπηρεσίες της ως κοινοβουλευτική βοηθός του συζύγου της. (Εφημερίδα των Συντακτών, 25.01.2017)

adjective οικιακά · οικιακών

  1. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οικιακός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"οικιακά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οικιακά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC

Chicago

"οικιακά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οικιακά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}