Μίκουιν

οικοδέσποινα

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

οικοδέσποινα

Από πού έρχεται

οικοδέσποινα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰκοδέσποινα < θηλυκό του οἰκοδεσπότης → δείτε τις λέξεις οἶκος και δέσποινα

ουσιαστικό οικοδέσποινα · οικοδέσποινες · οικοδέσποινας · οικοδεσποινών

  1. η γυναίκα που δέχεται στο σπίτι της ή φιλοξενεί καλεσμένους

Στα αγγλικά

  • host person who receives or entertains a guest
  • housewife female head of household

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"οικοδέσποινα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οικοδέσποινα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B1

Chicago

"οικοδέσποινα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οικοδέσποινα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}