οικολογικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οικολογικός

  • i.ko.lo.ʝiˈkos

Where it comes from

οικολογικός < λόγιο δάνειο από τη γερμανική ökologisch ή από τη γαλλική écologique. Μορφολογικά αναλύεται σε οικολογ(ία) + -ικός

adjective οικολογικός · οικολογική · οικολογικό · οικολογικού · οικολογικής

  1. σχετικός με την οικολογία οικολογικός τουρισμός, οικολογικός τρόπος οδήγησης
  2. χαρακτηρισμός φαγητού που δεν έχει κρέας ※ μεταξύ μας, πάντα το έβρισκα αστείο ότι το οικολογικό και το ορφανό σουβλάκι περιγράφουν το ίδιο πράγμα, με αυτόν τον τρόπο δημιουργώντας την εύλογη σύγκριση μεταξύ της φρίκης της απώλειας των γονέων και της τραγωδίας του να... σέβεσαι τη φύση. (Κουντουριώτικο: το καλύτερο χορτοφαγικό σουβλάκι στο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"οικολογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οικολογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"οικολογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οικολογικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}