मिकविन

οικονομικός

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

οικονομικός¹

यह कहाँ से आया

οικονομικός < αρχαία ελληνική οἰκονομικός

विशेषण οικονομικός · οικονομική · οικονομικό · οικονομικού · οικονομικής

  1. σχετικός με την οικονομία και τη διαχείριση των χρημάτων ενός κράτους, επιχείρησης, ιδιώτη κλπ οικονομικά μεγέθη, οικονομικός σύμβουλος
  2. φτηνός σε σχέση με αυτό που προσφέρει ψάχνω για αυτοκίνητο καλό και οικονομικό
  3. που σχετίζεται με τη συνετή διαχείριση των υλικών και χρηματικών πόρων και την αποφυγή της σπατάλης αυτό το αυτοκίνητο ίσως δεν είναι τόσο φτηνό αλλά αποδεικνύεται πολύ οικονομικό στην κατανάλωση βενζίνης

Οικονομικός²

यह कहाँ से आया

Οικονομικός < οικονομικός

व्यक्तिवाचक संज्ञा Οικονομικός · Οικονομικοί · Οικονομικού · Οικονομικών · Οικονομικό · Οικονομικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"οικονομικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

οικονομικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"οικονομικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οικονομικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}