οινοχόος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οινοχόος

Where it comes from

οινοχόος < αρχαία ελληνική οἰνοχόος < οἶνος + χέω

noun οινοχόος · οινοχόοι · οινοχόου · οινοχόων · οινοχόο · οινοχόους

  1. στην αρχαιότητα, υπηρέτης που κερνούσε κρασί τους συμποσιαστές
  2. επάγγελμα ένας υπάλληλος του εστιατορίου του οποίου ο ρόλος είναι να συμβουλεύει τον πελάτη, να παίρνει την παραγγελία και να εξασφαλίζει το σωστό σερβίρισμα των ποτών, ενίοτε να συμβουλεύει τον εργοδότη του για την αγορά των κρασιών και να διαχειρίζεται την κάβα των κρασιών.

In English

  • sommelier wine steward / stewardess, wine waiter / waitress
  • cupbearer one who ceremonially fills and hands out the cups in which a drink is served

Talk about this word

Cite this
MLA

"οινοχόος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οινοχόος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82

Chicago

"οινοχόος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οινοχόος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}