מיקווין

ολομελής

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ολομελής

מאיפה זה בא

ολομελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁλομελής (πλήρης, ακέραιος, αρτιμελής), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική plenary

שם תואר ολομελής · ολομελές · ολομελούς

  1. formal, rare, λόγιο, σχετικά, σπάνιο, για σώμα διοικητικό όργανο με όλα τα μέλη παρόντα· που συνεδριάζει με πλήρη απαρτία () ※ Συνήλθε στις 28 Νοεμβρίου 2023 στο Κρατικό Μέγαρο του Κρεμλίνου η ολομελής συνεδρία της ΚΕ΄ Παγκοσμίου Ρωσικής Λαϊκής Συνελεύσεως, που ήταν αφιερωμένη στο θέμα «Το παρόν και το μέλλον του ρωσικού κόσμου».

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ολομελής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ολομελής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%82

Chicago

"ολομελής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ολομελής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}