ολο-

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ολο-

  • o.lo

Where it comes from

ολο- < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὁλ(ο)- < αρχαία ελληνική ὅλος

:: (για επιστημονικούς όρους) λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία holo-

prefix πρώτο · συνθετικό · που

  1. επιτείνει τη σημασία του επιθέτου που είναι δεύτερο συνθετικό ολόγυμνος

    Similar: κατα-, θεο-

  2. δηλώνει αποκλειστικά το χρώμα του δεύτερου συνθετικού ολόμαυρος
  3. δηλώνει αποκλειστικά το υλικό του δεύτερου συνθετικού ολόχρυσος
  4. καλύπτει ή αναφέρεται σε ολόκληρη την επιφάνεια ή χρονική διάρκεια του δεύτερου συνθετικού ολοσέλιδος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ολο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ολο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-

Chicago

"ολο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ολο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-07}
}