ολο-
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ολο-
- o.lo
Where it comes from
ολο- < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὁλ(ο)- < αρχαία ελληνική ὅλος
:: (για επιστημονικούς όρους) λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία holo-
prefix πρώτο · συνθετικό · που
- επιτείνει τη σημασία του επιθέτου που είναι δεύτερο συνθετικό ολόγυμνος
- δηλώνει αποκλειστικά το χρώμα του δεύτερου συνθετικού ολόμαυρος
- δηλώνει αποκλειστικά το υλικό του δεύτερου συνθετικού ολόχρυσος
- καλύπτει ή αναφέρεται σε ολόκληρη την επιφάνεια ή χρονική διάρκεια του δεύτερου συνθετικού ολοσέλιδος
Talk about this word "ολο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026. ολο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF- "ολο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ολο-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CE%BF-},
urldate = {2026-11-07}
}