ολόγυρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ολόγυρα
- oˈlo.ʝi.ɾa
Where it comes from
ολόγυρα < μεσαιωνική ελληνική ολόγυρα < ολόγυρος < ελληνιστική κοινή ὁλόγυρος
adverb ολόγυρα
- γύρω, τριγύρω, σε μεγάλη έκταση, από όλες τις μεριές, παντού τριγύρω ※ Το χιόνι προντίζονταν από καταγής, στο μανιωμένο φύσημά του, σαν αλεύρι κάτασπρο, πότε από τα κάτω προς τ' άνω, πότε ίσια-πέρα, πότε ίσια- δώθε και πότε με περικύκλωνε ολόγυρα, σαν ανεμοστρόβιλας. (Χρ. Χριστοβασίλης, "Διηγήματα της Ξενιτειάς")
Talk about this word "ολόγυρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ολόγυρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1 "ολόγυρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ολόγυρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}