ολόιδιος
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
ολόιδιος
De unde vine
ολόιδιος < ολο- + ίδιος
adjectiv ολόιδιος · ολόιδια · ολόιδιο · ολόιδιου · ολόιδιας
- ο εντελώς όμοιος, που δεν παρουσιάζει διαφορές από κάποιον / κάτι
- που παρόλο το πέρασμα του χρόνου δεν έχει αλλάξει αλλά έχει παραμείνει ίδιος ※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)
Asemănătoare: απαράλλακτος, ολόμοιος, πανομοιότυπος
Sinonime și antonime
adjectiv
Asemănătoare: απαράλλακτος, ολόμοιος, πανομοιότυπος
În engleză
- indistinguishable not distinguishable
Discută despre acest cuvânt "ολόιδιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ολόιδιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82 "ολόιδιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {ολόιδιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}