ολότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ολότητα
- oˈlo.ti.ta
Where it comes from
ολότητα < → λείπει η ετυμολογία
noun ολότητα · ολότητες · ολότητας · ολοτήτων
- αδιαίρετη ύπαρξη το φιλοσοφικό, πεζογραφικό και ποιητικό του έργο πρέπει να θεωρείται ως μία ολότητα της οποίας τα μέρη είναι σε οργανική σύνδεση μεταξύ τους
- η ιδιότητα εκείνη που χαρακτηρίζει κάτι ή κάποιον δίχως την απουσία κανενός μέρους του η πλαστικότητα των μορφών χαρακτηρίζει την ολότητα του έργου του
In English
- wholeness quality of being whole
Talk about this word "ολότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ολότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "ολότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ολότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}