ομογενής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ομογενής
- o.mo.ʝeˈnis
- o.mo.ʝeˈnes
Where it comes from
ομογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος
: (χημική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homogène < μεσαιωνική λατινική homogenus < αρχαία ελληνική ὁμογενής
adjective ομογενής · ομογενές · ομογενούς
-
που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους
Similar: ομοεθνής, ομόφυλος · Opposite: αλλογενής, αλλοεθνής, ετερογενής
- που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
- ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
- μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι
noun ομογενής · ομογενές · ομογενούς
- Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό
In English
- homogeneous of the same kind; alike, similar
- expatriate person living outside own country
Talk about this word "ομογενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ομογενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82 "ομογενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ομογενής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}