ομογενής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ομογενής

  • o.mo.ʝeˈnis
  • o.mo.ʝeˈnes

Where it comes from

ομογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος

: (χημική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homogène < μεσαιωνική λατινική homogenus < αρχαία ελληνική ὁμογενής

adjective ομογενής · ομογενές · ομογενούς

  1. που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους

    Similar: ομοεθνής, ομόφυλος · Opposite: αλλογενής, αλλοεθνής, ετερογενής

  2. που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
  3. φυσική ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
  4. χημεία μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι

noun ομογενής · ομογενές · ομογενούς

  1. Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ομογενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ομογενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"ομογενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ομογενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}