मिकविन

ομοιοπαθητική

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ομοιοπαθητική

यह कहाँ से आया

ομοιοπαθητική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική homéopathique < αρχαία ελληνική ὅμοιος + -παθής

संज्ञा ομοιοπαθητική · ομοιοπαθητικές · ομοιοπαθητικής · ομοιοπαθητικών

  1. θεραπευτική προσέγγιση που χορηγεί στον ασθενή μικρές δόσεις της ουσίας που μπορεί να προκαλέσει τα συμπτώματα αυτής της ασθένειας, όταν χορηγηθούν σε έναν υγιή οργανισμό

विलोम: αλλοπαθητική, ετεροπαθητική

विशेषण ομοιοπαθητική · ομοιοπαθητικές · ομοιοπαθητικής · ομοιοπαθητικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοπαθητικός

पर्यायवाची और विलोम

संज्ञा

विलोम: αλλοπαθητική, ετεροπαθητική

अंग्रेज़ी में

  • homeopathy system of treating diseases with very small amounts

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ομοιοπαθητική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ομοιοπαθητική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"ομοιοπαθητική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ομοιοπαθητική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}