ομόνοια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ομόνοια¹

Where it comes from

ομόνοια < αρχαία ελληνική ὁμόνοια

noun ομόνοια · ομόνοιας · ομονοίας

  1. η ταυτότητα αντιλήψεων και η αίσθηση της ενότητας που προκύπτει από αυτήν
  2. ειρηνική-φιλική συνύπαρξη στο πλαίσιο κοινών αρχών, συναινετική συνύπαρξη ※ Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να απ

Similar: αρμονία, ομοφωνία, σύμπνοια · Opposite: διχόνοια

Ομόνοια²

  • oˈmo.ni.a

Where it comes from

Ομόνοια < ομόνοια

proper noun Ομόνοια · Ομόνοιες · Ομόνοιας · Ομονοιών

  1. γυναικείο όνομα της ελληνικής μυθολογίας
  2. συνοικία της Αθήνας, γύρω από την ομώνυμη πλατεία ※ Στὸ ζαχαροπλαστεῖο στὴν Ὁμόνοια ποῦ πήγανε, ὡς ποῦ νὰ τοὺς σερβίρουνε, μὲ τόσον κόσμο ποὖχε μαζευτῇ, νύχτωσε. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, κεφ. Γ΄, 1911)
  3. συνοικία της Λεμεσού

Thesaurus

In English

  • concord A state of agreement; harmony; union

Talk about this word

Cite this
MLA

"ομόνοια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ομόνοια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1

Chicago

"ομόνοια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ομόνοια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}