ομώνυμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ομώνυμος
- oˈmo.ni.mos
Where it comes from
ομώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε ομ- + -ώνυμος
:* για τη γραμματική < (αντιδάνειο), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική homonyme (στον πληθυντικό homonymes < λατινικό homonymus < αρχαία ελληνική ὁμώνυμος
:* για τα μαθηματικά < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dénominateur commun
:* για τη φυσική < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική gleichmaniger Ρol
adjective ομώνυμος · ομώνυμη · ομώνυμο · ομώνυμου · ομώνυμης
- που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο τίτλο Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάδε.
- ομώνυμες λέξεις: λέξεις με όμοια προφορά ή/και γραφή αλλά διαφορετική σημασία Οι λέξεις λιμός και λοιμός είναι ομώνυμες (ομόηχες).
-
ομώνυμα κλάσματα: κλάσματα με τον ίδιο παρονομαστή
Opposite: ετερώνυμος
-
που έχει το ίδιο ηλεκτρικό φορτίο (θετικό ή αρνητικό)
(κατ' επέκταση) για μαγνητικούς πόλους που έχουν την ίδια ελκτική ικανότητα
Opposite: ετερώνυμος
In English
- homonym word with the same sound or spelling
- homonymous having the same name
Talk about this word "ομώνυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ομώνυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82 "ομώνυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ομώνυμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}