ονείρωξη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ονείρωξη

Where it comes from

ονείρωξη < ελληνιστική κοινή ὀνείρωξις (παρόμοια σημασία < αρχαία ελληνική ὀνείρωξις < ὀνειρώττω / ὀνειρώσσω < ὄνειρος

noun ονείρωξη · ονειρώξεις · ονείρωξης · ονειρώξεων

  1. φυσιολογία η εκσπερμάτιση κατά τον ύπνο (ή η αύξηση των κολπικών εκκρίσεων για τις γυναίκες) που συχνά συνοδεύει ερωτικά όνειρα ※ Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ.
  2. figuratively, μεταφορικά επιδιώξεις και όνειρα που δεν είναι ρεαλιστικά

Similar: ρεύση

Thesaurus

noun

Similar: ρεύση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ονείρωξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ονείρωξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89%CE%BE%CE%B7

Chicago

"ονείρωξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ονείρωξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}