ονειδίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ονειδίζω

Where it comes from

ονειδίζω < αρχαία ελληνική ὀνειδίζω < ὄνειδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃neid- (κατάρα / καταριέμαι, μέμφομαι)

verb ονειδίζω · ονείδιζα · θα ονειδίζω · να ονειδίζω · ονειδίζοντας

  1. κοροϊδεύω κάποιον γελοιοποιώντας τον και καθιστώντας τον όνειδος ※ Όταν κάποτε τον περιφρονούν και τον ονειδίζουν ή τουλάχιστον εκείνος νομίζει πως τον περιφρονούν και τον ονειδίζουν, τους καταριέται δύο φορές να μισηθούν μεταξύ τους ανεξιλέωτα (Ιωάννης Θ. Κακριδής, Ελληνική μυθολογία: Εισαγωγή στη μυθολογία, εκδ. Αθηνών, 1986, σελ. 94)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ονειδίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ονειδίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ονειδίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ονειδίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}