ονειροπολώ

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ονειροπολώ

  • o.ni.ɾo.poˈlo

Откуда оно

ονειροπολώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀνειροπολέω / ὀνειροπολῶ < ὀνειροπόλος < ὄνειρος / ὄνειρον + πόλος / πέλω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rêver

глагол ονειροπολώ · ονειροπολούσα · θα ονειροπολώ · να ονειροπολώ · ονειροπολώντας

  1. περιπλανιέμαι, με τον νου, σα να ονειρεύομαι ※ Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ονειροπολώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ονειροπολώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8E

Chicago

"ονειροπολώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ονειροπολώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}