ονειροπόλος
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
ονειροπόλος
由来
ονειροπόλος < αρχαία ελληνική ὀνειροπόλος < ὄνειρος / ὄνειρον + πόλος / πέλω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rêvasseur). Μορφολογικά αναλύεται σε όνειρ(ο) + -ο- + -πόλος
形容詞 ονειροπόλος · ονειροπόλα · ονειροπόλο · ονειροπόλου · ονειροπόλας
- που έχει την τάση να ονειρεύεται, να κάνει ωραία σχέδια για το μέλλον που ίσως δεν είναι πολύ ρεαλιστικά ή γενικότερα να μην έχει μεγάλη επαφή με την πραγματικότητα
- που έχει σχέση με την ονειροπόληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
名詞 ονειροπόλος · ονειροπόλα · ονειροπόλο · ονειροπόλου · ονειροπόλας
- ονειροπόλος
英語で
- dreamer one who dreams
- daydreamer one who daydreams
この単語について話す "ονειροπόλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ονειροπόλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82 "ονειροπόλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {ονειροπόλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}