ονομαστικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ονομαστικός
- o.no.ma.stiˈkos
Where it comes from
ονομαστικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀνομαστικός και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nominatif < αρχαία ελληνική ὀνομαστικῶς
adjective ονομαστικός · ονομαστική · ονομαστικό · ονομαστικού · ονομαστικής
- σχετικός με το όνομα η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005
- αυτός που περιλαμβάνει ονόματα ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία
- αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά
In English
- nominal of or relating to a name or names
Talk about this word "ονομαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ονομαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ονομαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ονομαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}