οντότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οντότητα
- onˈdo.ti.ta
Where it comes from
οντότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀντότης από την αιτιατική «τήν ὀντότητα» (πραγματικότητα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική entité, essence
noun οντότητα · οντότητες · οντότητας · οντοτήτων
- η ιδιότητα του όντος
- η ύπαρξη αισθητή ή νοητή ※ Αυτή, η γυναίκα δεν υφίσταται ως φυσικό πρόσωπο και αυτοδύναμη κοινωνική και ηθική οντότητα, παρά μόνο μέσα από το χρέος της να ανταποκριθεί στο ρόλο που την προορίζει ο ανδροκεντρικός κοινωνικός κανόνας : « … στη σημερινή κοινωνία , ή ρωμέϊκη ή ευρωπαϊκή, δεν θα ήτουν βέβαια [ η Τρισεύγενη ] ένα
- η οικονομική μονάδα
- οποιοδήποτε κατασκευασμένο αντικείμενο, όπως αρχείο, κώδικας, δεδομένα, μεταβλητές, τύποι δεδομένων, κλπ.
- βασική έννοια του σχεσιακού μοντέλου για την οργάνωση δεδομένων σε ομοειδείς πλειάδες (τις γραμμές) που αποτελούνται από συγκεκριμένα γνωρίσματα ή ιδιότητες (τις στήλες), υλοποίηση της οποίας είναι ο πίνακας (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων ※ Το πρώτο στάδιο στη διαδικασία της διαμόρφωσης των πινάκων της βάσης είναι η επισήμανση οντοτήτων και η τελική μετατροπή τους σε πίνακες.
In English
- entity that which exists as an individual unit
Talk about this word "οντότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. οντότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "οντότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οντότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}