Μίκουιν

οπιοειδές

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

οπιοειδές

  • o.pi.o.iˈðes

Από πού έρχεται

οπιοειδές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου οπιοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική opioid (ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική opioïde) < opium + -oid < λατινική opium < ελληνιστική κοινή ὄπιον < αρχαία ελληνική ὀπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sokʷos

ουσιαστικό οπιοειδές · οπιοειδή · οπιοειδούς · οπιοειδών

  1. βιοχημεία, ιατρική ουσία / χημική ένωση με αναλγητικές αλλά και ναρκωτικές ιδιότητες

Στα αγγλικά

  • opiate drug, hormone or other substance derived from or related to opium

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"οπιοειδές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οπιοειδές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82

Chicago

"οπιοειδές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οπιοειδές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}