οπλισμός
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
οπλισμός
- o.pliˈzmos
מאיפה זה בא
οπλισμός ήδη στον Αισχύλο τον 6ο/5ο αιώνα πκε < 1. για την κυριολεκτική σημασία (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁπλισμός < ὅπλον
:2. για τη μεταφορική σημασία (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική armement
שם עצם οπλισμός · οπλισμοί · οπλισμού · οπλισμών · οπλισμό · οπλισμούς
- ένα σύνολο από όπλα (που χρησιμοποιεί ένας ένοπλος ή ένα σύνολο ανθρώπων, π.χ. στρατός) ※ την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/at
- κάποιο υλικό σε διάφορες μορφές (π.χ. σιδερένιες ράβδοι), που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει μια κατασκευή (π.χ. από σκυρόδεμα)
- οι ικανότητες ή οι δυνατότητες που έχει κάποιος σε έναν τομέα
- οι διέσεις ή υφέσεις που βρίσκονται στην αρχή ενός πεντάγραμμου και καθορίζουν την κλίμακα ενός μουσικού κομματιού
באנגלית
- armor protective layer over a body, vehicle, or other object intended to deflect or di
- key signature indication of the key of a composition
- weaponry weapons collectively
לדבר על המילה הזו "οπλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οπλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "οπλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {οπλισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}