Μίκουιν

οπλοποιός

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

οπλοποιός¹

Από πού έρχεται

οπλοποιός < (ελληνιστική κοινή), αναλύεται όπλ(ο) + -ο- + -ποιός

ουσιαστικό οπλοποιός · οπλοποιοί · οπλοποιού · οπλοποιών · οπλοποιό · οπλοποιούς

  1. επάγγελμα τεχνίτης κατασκευής όπλων, και ειδικότερα πυροβόλων και φορητών

Παρόμοιες: οπλουργός

Οπλοποιός²

Από πού έρχεται

Οπλοποιός <οπλοποιός

κύριο όνομα Οπλοποιός · Οπλοποιοί · Οπλοποιού · Οπλοποιών · Οπλοποιό · Οπλοποιούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Συνώνυμα και αντώνυμα

ουσιαστικό

Παρόμοιες: οπλουργός

Στα αγγλικά

  • armorer manufacturer of weapons
  • gunsmith person skilled in the repair and servicing of firearms

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"οπλοποιός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οπλοποιός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82

Chicago

"οπλοποιός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οπλοποιός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}