οπτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οπτικός

  • op.tiˈkos

Where it comes from

οπτικός < αρχαία ελληνική ὀπτικός

adjective οπτικός · οπτική · οπτικό · οπτικού · οπτικής

  1. σχετικός με την όραση ※ Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων
  2. η παρουσίαση με εικόνες, σχεδιαγράμματα, κλπ.

noun οπτικός · οπτική · οπτικό · οπτικού · οπτικής

  1. επάγγελμα την εκτέλεση συνταγών που αφορούν γυαλιά οράσεως, φακούς επαφής και άλλα συναφή οπτικά μέσα
  2. επάγγελμα την εμπορία όλων των οπτικών ειδών

In English

  • visual related to or affecting the vision
  • optical relating to visible light
  • optician a person who makes or sells lenses, spectacles

Talk about this word

Cite this
MLA

"οπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"οπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οπτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}