οπτικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οπτικός
- op.tiˈkos
Where it comes from
οπτικός < αρχαία ελληνική ὀπτικός
adjective οπτικός · οπτική · οπτικό · οπτικού · οπτικής
- σχετικός με την όραση ※ Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων
- η παρουσίαση με εικόνες, σχεδιαγράμματα, κλπ.
noun οπτικός · οπτική · οπτικό · οπτικού · οπτικής
- την εκτέλεση συνταγών που αφορούν γυαλιά οράσεως, φακούς επαφής και άλλα συναφή οπτικά μέσα
- την εμπορία όλων των οπτικών ειδών
In English
Talk about this word "οπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "οπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οπτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}