οργανικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οργανικός

  • oɾ.ɣa.niˈkos

Where it comes from

οργανικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀργανικός (< ὄργανον)

:* για σύγχρονες σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική organique

:* για τη μουσική & τη γραμματική σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instrumental

adjective οργανικός · οργανική · οργανικό · οργανικού · οργανικής

  1. που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος οργανική διαταραχή (ενός οργάνου του σώματος)
  2. χημεία που περιέχει ή αναφέρεται στον άνθρακα οργανικές ενώσεις είναι οι ενώσεις του άνθρακα

    Opposite: ανόργανος

  3. βιολογικός, που γίνεται κατά κανόνα με σχετικά φυσικά μέσα οργανική καλλιέργεια: γεωργία που γίνεται με φυσικά μέσα, χωρίς χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα
  4. που αποτελεί βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο ενός συνόλου
  5. μουσική που εκτελείται από μουσικά όργανα, σε αντιδιαστολή με το φωνητικός (από ανθρώπινες φωνές) οργανική και φωνητική μουσική - οργανικό σύνολο

    Similar: ενόργανος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"οργανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οργανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"οργανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οργανικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}