οργανικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οργανικός
- oɾ.ɣa.niˈkos
Where it comes from
οργανικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀργανικός (< ὄργανον)
:* για σύγχρονες σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική organique
:* για τη μουσική & τη γραμματική σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instrumental
adjective οργανικός · οργανική · οργανικό · οργανικού · οργανικής
- που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος οργανική διαταραχή (ενός οργάνου του σώματος)
-
που περιέχει ή αναφέρεται στον άνθρακα
οργανικές ενώσεις είναι οι ενώσεις του άνθρακα
Opposite: ανόργανος
- βιολογικός, που γίνεται κατά κανόνα με σχετικά φυσικά μέσα οργανική καλλιέργεια: γεωργία που γίνεται με φυσικά μέσα, χωρίς χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα
- που αποτελεί βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο ενός συνόλου
-
που εκτελείται από μουσικά όργανα, σε αντιδιαστολή με το φωνητικός (από ανθρώπινες φωνές)
οργανική και φωνητική μουσική - οργανικό σύνολο
Similar: ενόργανος
In English
- instrumental of musical instrument
- organic pertaining to, or derived from living organisms
Talk about this word "οργανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οργανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "οργανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οργανικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}