οργανοπαίκτης

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

οργανοπαίκτης¹

Nó đến từ đâu

οργανοπαίκτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀργανοπαίκτης < αρχαία ελληνική ὄργανον + παίκτης

danh từ οργανοπαίκτης · οργανοπαίκτες · οργανοπαίκτη · οργανοπαικτών

  1. επάγγελμα αυτός που παίζει (επαγγελματικά) κάποιο (λαϊκό) μουσικό όργανο ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας

Οργανοπαίκτης²

Nó đến từ đâu

Οργανοπαίκτης < → λείπει η ετυμολογία

danh từ riêng Οργανοπαίκτης · Οργανοπαίκτηδες · Οργανοπαίκτη · Οργανοπαίκτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"οργανοπαίκτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οργανοπαίκτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"οργανοπαίκτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οργανοπαίκτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}