ορειβασία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορειβασία

Where it comes from

ορειβασία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὀρειβάτης < ὄρος + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική mountaineering)

noun ορειβασία · ορειβασίες · ορειβασίας · ορειβασιών

  1. το περπάτημα σε βουνά, το σκαρφάλωμα πάνω σ’ αυτά ή -συνήθως- στις κορυφές τους καθώς και το σχετικό άθλημα Ετσι μαθαίνουμε για τις ορειβασίες που τόσο αγαπούσε ο Ηλίας Βενέζης, για τον Τάσο Λειβαδίτη που έγραφε με τη συνοδεία κλασικής μουσικής ή και για τον Γιάννη Ρίτσο που, όταν πήγαινε στη Σάμο, τους μάθαινε όλους τους νέους χορούς της Αθήνας. (*)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορειβασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορειβασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ορειβασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορειβασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}