ορεσίβιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορεσίβιος

  • o.ɾeˈsi.vi.os

Where it comes from

ορεσίβιος < λόγιο διαχρονικό δάνειο από τη μεσαιωνική ελληνική ὀρεσίβιος ή από την ελληνιστική κοινή (o Ευστάθιος Θεσσαλονίκης το αποδίδει στον Αρριανό, συγγραφέα του 1ου αιώνα κε) Ο γνωστός ελληνιστικός τύπος είναι ὀρέσβιος. Η μορφή ὀρεσίβιος, πιθανόν κατά το αρχαίο ὀρεσίτροφος < ὀρεσι- + -βιος (< βίος), κυριολεκτικά, «αυτός που ζει στα βουνά». Συγχρονικά αναλύεται σε ορεσί- + -βιος

adjective ορεσίβιος · ορεσίβια · ορεσίβιο · ορεσίβιου · ορεσίβιας

  1. κάτοικος των ορεινών περιοχών, ο βουνίσιος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορεσίβιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορεσίβιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"ορεσίβιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορεσίβιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}