οριακός
Ελληνικά · Visawe na vinyume
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
οριακός
Limetoka wapi
οριακός < όριο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marginal)
kivumishi οριακός · οριακή · οριακό · οριακού · οριακής
- που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά ※ ότι ο πατέρας μου ανακοινώνει ξαφνικά «θα πάρω έναν υπνάκο», και σκέφτηκα ότι η Αθήνα τα έχει ξεπεράσει όλα αυτά, έχει φύγει μπροστά εδώ και χρόνια - και ο μεσημεριανός ύπνος μου φάνηκε οριακός, μια μπανάλ γραφική συνήθεια. (Εύη Λαμπροπούλου, Σχεδόν σούπερ, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 209)
-
που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
Yanayofanana: συνοριακός
- που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί
- κρίσιμος
Kwa Kiingereza
- borderline not clearly on one side or other of a boundary
Zungumza kuhusu neno hili "οριακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. οριακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "οριακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {οριακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}