ορισμένος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορισμένος

  • o.ɾiˈzme.nos

Where it comes from

ορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ορίζω

verb ορισμένος · ορισμένη · ορισμένο · ορισμένου · ορισμένης

  1. που έχει οριστεί
  2. για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει σε κατηγορία με γνωστές ιδιότητες αλλά δεν κατονομάζεται επακριβώς· κάποιος ορισμένοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής συμπεριφέρονται απρεπώς προς τους πολίτες
  3. κάποιος (προεξαγγελτικά) θα σας διαβάσω ορισμένα αποσπάσματα από το καινούριο βιβλίο του ...
  4. έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ορισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορισμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}