ορισμένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορισμένος
- o.ɾiˈzme.nos
Where it comes from
ορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ορίζω
verb ορισμένος · ορισμένη · ορισμένο · ορισμένου · ορισμένης
- που έχει οριστεί
- για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει σε κατηγορία με γνωστές ιδιότητες αλλά δεν κατονομάζεται επακριβώς· κάποιος ορισμένοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής συμπεριφέρονται απρεπώς προς τους πολίτες
- κάποιος (προεξαγγελτικά) θα σας διαβάσω ορισμένα αποσπάσματα από το καινούριο βιβλίο του ...
- έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες
Talk about this word "ορισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ορισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "ορισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}