ορμέμφυτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορμέμφυτος

Where it comes from

ορμέμφυτος < ορμή + έμφυτος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Naturtrieb < Natur (φύση) + Trieb (παρόρμηση)

adjective ορμέμφυτος · ορμέμφυτη · ορμέμφυτο · ορμέμφυτου · ορμέμφυτης

  1. που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς ※ Ὁ Βούκιος κι ὁ Λεωνής, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ἀντίκρυσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μισήθηκαν. Εἶταν ἕνα μίσος ὁρμέμφυτο, σκοτεινό, ἀναίτιο, ἀκατανόητο καὶ γιὰ τοῦτο τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ μίσους, ἕνα γνήσιο πάθος ὄπως ὁ ἀληθινός ἔρωτας.

    Similar: ενστικτώδης, απροσχεδίαστος

  2. ουσιαστικοποιημένο ορμέμφυτο: το ένστικτο

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορμέμφυτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορμέμφυτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ορμέμφυτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορμέμφυτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}