ορμή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορμή
- oɾˈmi
Where it comes from
ορμή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρμή
: (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική impulsion
: (όρος ψυχολογίας) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική élan
noun ορμή · ορμές · ορμής · ορμών
- η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
- διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
- πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής
In English
Talk about this word "ορμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. ορμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE "ορμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορμή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}