ορμή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορμή

  • oɾˈmi

Where it comes from

ορμή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρμή

: (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική impulsion

: (όρος ψυχολογίας) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική élan

noun ορμή · ορμές · ορμής · ορμών

  1. η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
  2. φυσική διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
  3. πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE

Chicago

"ορμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορμή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}