ορολογία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορολογία
- o.ɾo.loˈʝi.a
Where it comes from
ορολογία <
# ορο- (ο όρος) + -λογία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική terminologie)
# αγγλική serology, ορ(ός) + -ο- + -λογία
noun ορολογία · ορολογίες · ορολογίας · ορολογιών
-
το σύνολο ειδικών όρων για μια επιστήμη, ή τέχνη, ή γνωστικό πεδίο
ιατρική ορολογία, ορολογία των υπολογιστών
Similar: ορολόγιο
-
επιστήμη που μελετά τις έννοιες και τις κατασημάνσεις τους και τη δομή, τον σχηματισμό, την ανάπτυξη, τη χρήση και τη διαχείριση ορολογίων σε διάφορα θεματικά πεδία
Similar: επιστήμη των όρων
- η επιστημονική μελέτη του ορού και άλλων σωματικών υγρών
In English
- terminology treatise on terms
Talk about this word "ορολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ορολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "ορολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορολογία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}