ορυκτολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορυκτολογία

  • o.ɾi.kto.loˈʝi.a

Where it comes from

ορυκτολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oryctologie < νεολατινική oryctologia < αρχαία ελληνική ὀρυκτός (<ὀρύσσω) + λέγω. Μορφολογικά αναλύεται σε ορυκτ(ό) + -ο- + -λογία.

noun ορυκτολογία · ορυκτολογίες · ορυκτολογίας · ορυκτολογιών

  1. επιστήμη η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της να μελετά τα ορυκτά ※ Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορυκτολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορυκτολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ορυκτολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορυκτολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}