ορφανός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορφανός¹

  • oɾ.faˈnos

Where it comes from

ορφανός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀρφανός

adjective ορφανός · ορφανή · ορφανό · ορφανού · ορφανής

  1. που έχει χάσει τον πατέρα του και τη μητέρα του, ή έναν από τους δύο
  2. χαρακτηρισμός φαγητού που δεν έχει κρέας ※ μεταξύ μας, πάντα το έβρισκα αστείο ότι το οικολογικό και το ορφανό σουβλάκι περιγράφουν το ίδιο πράγμα, με αυτόν τον τρόπο δημιουργώντας την εύλογη σύγκριση μεταξύ της φρίκης της απώλειας των γονέων και της τραγωδίας του να... σέβεσαι τη φύση. (Κουντουριώτικο: το καλύτερο χορτοφαγικό σουβλάκι στο

Ορφανός²

  • oɾ.faˈnos

Where it comes from

Ορφανός < ορφανός

proper noun Ορφανός · Ορφανοί · Ορφανού · Ορφανών · Ορφανό · Ορφανούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • orphan person whose (parent or) parents have died

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορφανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορφανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"ορφανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορφανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}