ορχήστρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορχήστρα

  • oɾˈçi.stɾa

Where it comes from

ορχήστρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρχήστρα < αρχαία ελληνική ὀρχέομαι.

noun ορχήστρα · ορχήστρες · ορχήστρας · ορχηστρών

  1. μουσική σύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστική μουσική) ※ Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκα
  2. ο κυκλικός χώρος ενός αρχαίου θεάτρου, ανάμεσα στο κοίλο και στο προσκήνιο Οι ηθοποιοί βγήκαν στην ορχήστρα.
  3. ο χώρος για τους μουσικούς στα κλασικά και σύγχρονα θέατρα και όπερες Το θέατρο ήταν μικρό και χωρίς ορχήστρα.

Similar: μπάντα

Thesaurus

noun

Similar: μπάντα

In English

  • band group of musicians
  • orchestra large group of musicians who play together on various instruments

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορχήστρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%AE%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορχήστρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%AE%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"ορχήστρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%AE%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορχήστρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%AE%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}