ορχιδέα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορχιδέα

  • oɾ.çiˈðe.a

Where it comes from

ορχιδέα < (άμεσο δάνειο) γαλλική orchidée < νεολατινική orchidea < λατινική orchis (φυτό του οποίου οι βολβοί μοιάζουν με όρχεις σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο) < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ὄρχις

noun ορχιδέα · ορχιδέες · ορχιδέας · ορχιδεών

  1. βοτανική, λουλούδι καλλωπιστικό μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Orchidaceae· φύεται κυρίως σε θερμό κλίμα και ξεχωρίζει για το πρωτότυπο σχήμα του και την μεγάλη του ποικιλία σε χρώματα και αποχρώσεις ※ Περιχύνουν (με χημικό τρόπο φυσικά) τις ορχιδέες που αφθονούν στη Σιγκαπούρη με λεπτή φλούδα χρυσού και τις πουλάνε ως κοσμήματα ονομάζοντας όλη αυτή την διαδικασία και το τελικό προϊόν ως RYSIS.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορχιδέα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ορχιδέα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B1

Chicago

"ορχιδέα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορχιδέα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}