ορός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ορός¹

  • oˈɾos

Sounds like όρος, Όρρος

Where it comes from

ορός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sérum (< λατινική γλώσσα serum)

noun ορός · οροί · ορού · ορών · ορό · ορούς

  1. Κάθε ορώδες υγρό το οποίο ενυδατώνει τις επιφάνειες ορογόνων μεμβρανών
  2. Το υδάτινο τμήμα του αίματος που απομένει μετά την πήξη· το υγρό που προκύπτει όταν το αίμα αφεθεί για αρκετό διάστημα ώστε να συρρικνωθεί το πήγμα.
  3. Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για την παροχή άμεσης παθητικής ανοσίας σε κάποιον, ο οποίος έχει εκτεθεί στον ίδιο μικροοργανισμό.

Ορός²

Where it comes from

Ορός < ορός

proper noun Ορός · Οροί · Ορού · Ορών · Ορό · Ορούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • serum yellowish fluid obtained from blood

Talk about this word

Cite this
MLA

"ορός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ορός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"ορός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ορός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}