ορός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορός¹
- oˈɾos
Where it comes from
ορός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sérum (< λατινική γλώσσα serum)
noun ορός · οροί · ορού · ορών · ορό · ορούς
- Κάθε ορώδες υγρό το οποίο ενυδατώνει τις επιφάνειες ορογόνων μεμβρανών
- Το υδάτινο τμήμα του αίματος που απομένει μετά την πήξη· το υγρό που προκύπτει όταν το αίμα αφεθεί για αρκετό διάστημα ώστε να συρρικνωθεί το πήγμα.
- Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για την παροχή άμεσης παθητικής ανοσίας σε κάποιον, ο οποίος έχει εκτεθεί στον ίδιο μικροοργανισμό.
Ορός²
Where it comes from
Ορός < ορός
proper noun Ορός · Οροί · Ορού · Ορών · Ορό · Ορούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- serum yellowish fluid obtained from blood
Talk about this word "ορός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ορός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82 "ορός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}