οστεάλευρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οστεάλευρο
Where it comes from
οστεάλευρο < οστε- + άλευρο
noun οστεάλευρο · οστεάλευρα · οστεάλευρου · οστεάλευρων
- είδος άλευρου, που παράγεται από την άλεση (και λοιπή επεξεργασία) οστών ζώων και χρησιμοποιείται ως λίπασμα ή σαν ζωοτροφή ※ Οτιδήποτε τρώμε, γαλακτοκομικά προϊόντα ή το ίδιο το κρέας, μπορεί να είναι ανθυγιεινό, αν τα ζώα από όπου προέρχονται τα ταΐζουμε με ανθυγιεινές τροφές και κυρίως προϊόντα ζωικά (κρεατάλευρα, αιματάλευρα, οστεάλευρα, ζωικά λίπη και προϊόντα πλάσματος αίματος, με τα οποία κατακλύζεται η χώρα μας α
In English
- bone meal ground bones used as a slow-release fertilizer
Talk about this word "οστεάλευρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. οστεάλευρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF "οστεάλευρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οστεάλευρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}