οστεογένεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οστεογένεση
- o.ste.oˈʝe.ne.si
Where it comes from
οστεογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ostéogenèse < αρχαία ελληνική ὀστέον / ὀστοῦν + γένεσις
::μορφολογικά: οστεο- + γένεση
noun οστεογένεση · οστεογενέσεις · οστεογένεσης · οστεογενέσεων
- η φυσική ή τεχνητή διαδικασία της γένεσης οστών ※ Αύξηση του ύψους σε ανθρώπους που πάσχουν από νανισμό έως και κατά 30 εκατοστά, αντιμετώπιση των ανισοσκελιών που έχουν προκληθεί από σοβαρούς τραυματισμούς ή από ασθένειες επιτυγχάνουν πλέον οι επιστήμονες με τη μέθοδο της «διατατικής οστεογένεσης» ή ιστογένεσης. (εφημερίδα Τα Νέα, 27.11.2007)
Similar: οστεοπλασία, οστεοποίηση, οστεοφυΐα, οστέωση
Thesaurus
noun
Similar: οστεοπλασία, οστεοποίηση, οστεοφυΐα, οστέωση
In English
- osteogenesis the formation and development of bone
Talk about this word "οστεογένεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. οστεογένεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7 "οστεογένεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οστεογένεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}