ουίσκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ουίσκι

  • uˈi.sci

Where it comes from

ουίσκι < αγγλική whisky

noun ουίσκι · ουίσκια · ουισκιού · ουισκιών

  1. οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ ※ Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
  2. figuratively, συνεκδοχικά ένα ποτήρι με αυτό το ποτό ※ Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ουίσκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ουίσκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9

Chicago

"ουίσκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ουίσκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}