믹윈

ουρανικός

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

ουρανικός

어원

ουρανικός < ουρανός + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική palatal)

# ουρανικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: uranic < αρχαία ελληνική οὐρανός

# ουρανικός < μεσαιωνική ελληνική οὐρανικός < αρχαία ελληνική οὐρανός

형용사 ουρανικός · ουρανική · ουρανικό · ουρανικού · ουρανικής

  1. γλωσσολογία, γραμματική, φθόγγος που σχηματίζεται όταν η γλώσσα ακουμπά στο σκληρό ουρανίσκο
  2. ουσιαστικοποιημένο ουρανικά: (γραμματική) τα ουρανικά σύμφωνα

반의어: υπερωικός

형용사 ουρανικός · ουρανική · ουρανικό · ουρανικού · ουρανικής

  1. χημεία που έχει σχέση με το ουράνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό

형용사 ουρανικός · ουρανική · ουρανικό · ουρανικού · ουρανικής

  1. formal, λόγιο άλλη μορφή του ουράνιος ※ Ποτίζει με ως στ’ ακρόνυχα η ουρανική γαλήνη, σάρκα νηπίου τον πόθο μου σα να ’θελε απαλύνει. Και κάποιο φύσημα λεπτό κι ανάριο στο κορμί μου, σαν του δαφνόλαδου η πνοή, ξυπνάει τη δύναμή μου!

유의어·반의어

형용사

반의어: υπερωικός

영어로

  • palatal (phonetics) articulated at the hard palate

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"ουρανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ουρανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ουρανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ουρανικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}