ουρλιάζω
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
ουρλιάζω
- uɾˈʎa.zo
它从哪里来
ουρλιάζω < μεσαιωνική ελληνική οὐριάζω < αρχαία ελληνική ὠρύομαι
# ουρλιάζω < ιταλική urlare
动词 ουρλιάζω
-
βγάζω μακρόσυρτη, δυνατή κραυγή
ο λύκος ούρλιαξε στο φεγγάρι
相近词: σκούζω
- φωνάζω δυνατά σαν ζώο ※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτ
-
παράγω ήχο που θυμίζει κραυγή
ο άνεμος ούρλιαζε έξω από το σπίτι
相近词: βουίζω
英语
讨论这个词 "ουρλιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ουρλιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "ουρλιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {ουρλιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}